Τα νέα μας

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΟΝΕΩΝ: Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΟΝΕΩΝ: Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Η επιθετικότητα κατά την παιδική ηλικία, απασχολεί αρκετούς γονείς και ενήλικες που ασχολούνται ή δουλεύουν σε χώρους με παιδιά.  Όπως είναι φυσικό, το παιδί χρησιμοποιεί κάθε φορά τα μέσα που έχει διαθέσιμα για να εκφράσει τις επιθετικές του προθέσεις, αυτά που του είναι πιο πρόσφορα. Έτσι λοιπόν, η επιθετικότητα λαμβάνει διάφορες μορφές...μερικά παιδιά χρησιμοποιούν τα κλάματα και τα ξεφωνητά, τη σωματική βία επάνω στον εαυτό ή σε άλλους, λεκτικές μορφές βίας, όπως βρισιές και αισχρολογίες.

Πώς μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η επιθετικότητα του παιδιού εξελίσσεται σε σοβαρό πρόβλημα;

Το πρώτο που πρέπει να προσέξουμε είναι μήπως το παιδί υπεραντιδρά σε κάθε περίπτωση:

  1. Μήπως οι επιθετικές του ενέργειες πυροδοτούνται από «άνευ αντικρύσματος» επιδιώξεις του ή από μη πρόδηλα εξωτερικά γεγονότα... δηλαδή, κατά πόσο οι επιθετικές ενέργειες του παιδιού είναι δυσανάλογες;
  1. Μήπως καταφεύγει συχνά σε «καταστροφικές» και σκληρές πράξεις;
  1. Μήπως υπάρχει στη συμπεριφορά του παιδιού ένα έντονο στοιχείο εχθρότητας και ζήλιας;

Αν ναι, θα πρέπει να αναζητήσουμε και να βρούμε την πηγή και τα αίτια της επιθετικής αυτής συμπεριφοράς του παιδιού. Δεν αποκλείεται κάποιες φορές οι απαντήσεις να βρίσκονται μέσα στο οικογενειακό ή άλλο οικείο περιβάλλον του παιδιού.

Η επιθετικότητα του παιδιού είναι συχνά η μακροπρόθεσμη συνέπεια των στάσεων των γονέων και του τρόπου διαπαιδαγώγησης του παιδιού. Γενικά, ο συνδυασμός χαλαρής πειθαρχίας και εχθρικής στάσης εκ μέρους των γονέων δημιουργεί στα παιδιά μια έντονα επιθετική και ελάχιστα ελεγχόμενη συμπεριφορά. Συχνά, οι γονείς αποδοκιμάζουν την επιθετικότητα, αλλά όταν το παιδί παρουσιάζει επιθετική συμπεριφορά το τιμωρούν με σωματικές τιμωρίες (εκδηλώνοντας έτσι την δική τους επιθετική συμπεριφορά) ή το φοβερίζουν με διάφορες απειλές. Αυτή η αντεπίθεση εκ μέρους των γονέων, αν και μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμα αποτελεσματική, εντούτοις φαίνεται να προκαλεί στο παιδί ακόμη πιο έντονη επιθετικότητα, η οποία κάποια μέρα θα «ξεσπάσει». Επίσης, έντονη επιθετικότητα παρουσιάζει το παιδί που μεγαλώνει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου οι γονείς δείχνουν ανοχή στα επιθετικά ξεσπάσματα του παιδιού τους, είτε όταν αυτά στρέφονται εναντίον των ίδιων των γονέων, είτε στρέφονται εναντίον άλλων. Οι γονείς που από τη μια μεριά δείχνουν ανοχή και από την άλλη καταφεύγουν σε σωματικές τιμωρίες, καλλιεργούν με τη συμπεριφορά τους αυτή επιθετικότητα στο παιδί τους. Αντίθετα, οι γονείς που αποδοκιμάζουν την επιθετικότητα και που προσπαθούν να την περιστείλουν  - με οποιονδήποτε τρόπο εκτός της σωματικής τιμωρίας -  έχουν τη μικρότερη πιθανότητα τα παιδιά τους να είναι επιθετικά. Σε τελευταία ανάλυση, το καλύτερο «αντίδοτο» για την μακροπρόθεσμη αποφυγή της επιθετικής συμπεριφοράς, είναι ένα στοργικό και «ασφαλές» οικογενειακό περιβάλλον, μέσα στο οποίο το παιδί γνωρίζει και νιώθει ότι η επιθετικότητα δεν είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να πετύχει τους στόχους του... μέσα στο οποίο μπορεί σαφώς να διακρίνει τα όρια που δεν θα πρέπει επουδενί να υπερβεί! Αξίζει να έχουμε στο νου μας πως όπου υπάρχουν μεταξύ των γονέων διαφορές στις μεθόδους διαπαιδαγώγησης και πειθάρχησης, το παιδί δυσκολεύεται να καταλάβει τι ακριβώς περιμένουν οι άλλοι από αυτό, εξαιτίας αυτών των ασυνεπειών και αντιφάσεων.

Είναι σημαντικό να αναρωτηθούν οι γονείς ποια είναι η δική τους στάση απέναντι στην «επιθετικότητα» και πώς νιώθουν απέναντι στο παιδί τους. Μήπως εμφανίζουν παρόμοιες συμπεριφορές; Αρκετοί γονείς είναι περισσότερο «επιθετικοί» από όσο νομίζουν και παραδέχονται. Και αυτή την επιθετικότητα μιμείται το παιδί...τα παιδιά διαμορφώνουν τη δική τους συμπεριφορά, λαμβάνοντας ως πρότυπο τη συμπεριφορά των γονιών!

Συχνά, ανησυχούμε μήπως η επιθετική συμπεριφορά ενταθεί και εξελιχθεί τελικά σε «αντικοινωνικότητα». Προσπαθούμε λοιπόν να καταπνίξουμε και την παραμικρή εκδήλωση επιθετικότητας! Η στάση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική «υποτακτικότητα» γιατί το παιδί φτάνει να διακατέχεται από έντονο φόβο μήπως εκδηλώσει θυμό. Αντιθέτως, σε κάποιες περιπτώσεις δεν τίθεται κανένα εντελώς όριο στις παρορμήσεις του παιδιού, πράγμα που είναι εξίσου επιζήμιο. Να θυμόμαστε ότι τα παιδιά νιώθουν ανασφάλεια μπροστά στις πρωτόγονες ορμές τους, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει καμιά σταθερή κατευθυντήρια αρχή που θα τα βοηθήσει να κρίνουν μέχρι ποιο σημείο μπορούν κάθε φορά να φτάσουν! Τα «κατάλληλα όρια», αποτελούν το ασφαλές μονοπάτι για να βαδίσουν με σιγουριά τα παιδιά!

 

Κυριαζή Ευαγγελία
Ψυχολόγος - Ειδική Παιδαγωγός

Μοιραστείτε το άρθρο: